Ελπίζω να περάσατε όμορφα τις γιορτές και του χρόνου καλλίτερα για όλους .
Χρόνια πολλά για τους Αντώνιδες ,Αντωνίες , Θανάσιδες ,και Αθανασίες νάχετε υγεία και χαρά.
Εχω τη κόρη μου Αντωνία ,και τον γυιό μου Αντώνη ,χρόνια πολλά παιδιά μου και του χρόνου .
Σήμερα θα σας γράψω για τα προξενιά που έκαναν στο χωριό μου τα παλιά χρόνια .
Η θειά Στάθο ήταν η προξενήτρα δηλ. με την άδεια του πατέρα του γαμπρού πήγαινε να μιλήσει στον πατέρα της κοπέλας που ήθελαν .
Τόν ρωτούσε δηλαδή ο τάδε ζητάει την κόρη σου την Μαριγούλα για τον γυιό του τον Μήτσο .
Τι λές το στεργιώνουμε το προξενιό;
Ό πατέρας της Μαριγούλας αν του άρεσε αυτό να γίνει έλεγε το ναι ,δεν ρωτούσε την κόρη του δεν είχε κανένα λόγο η κόρη ,ο πατέρας ήξερε το καλό τής κόρης του .
Μετά η προξενήτρα πήγαινε στον πατέρα του Μήτσου και του έλεγε¨ εντάξη τώρα πάμε να μιλήσουμε για την προίκα .
Αμέσως μετά πήγαιναν να συμφωνήσουν για την προίκα .
Ο πατέρας του γαμπρού έπερνε και τον αδελφό του τον ξαδελφό του και ένα θείο του να του πούνε και αυτοί τη γνώμη τους .εκεί λοιπόν άρχιζαν να ζητάνε από τον πατέρα της νύφης ότι ήθελαν και ότι τους συνέφερε βέβαια ,να πάρουν όσα ποιό πολλά μπορούσαν να μεγαλώσουν την περιουσία τους.
Ζητούσαν χωράφια ,πρόβατα ,γίδια ,άλογο αμπέλι, ελιές ,και χρήματα .
Εκεί λοιπόν άρχιζε το παζάρι θέλουμε π.χ. 20 πρόβατα , αν είχε ο πατέρας της τα εδίνε ,αν όχι έλεγε θα δώσω 10 πολλές φορές συμφωνούσαν ,μερικές όχι και τότε χάλαγε το προξενιό .
Οπότε τη θειά Στάθο την έστελναν να ζητήσει άλλη κοπέλα , η θειά πήγαινε πέρα δώθε .
Στην προίκα συμπεριλαμβάνονταν και τα οικιακά σκεύη ,ζητούσαν από όλα για το νοικοκυριό όπως
Λεβέτι ,τσουκάλι , τυγάνι ,ταψιά ,κ,λ,π. Επίσης ρουχισμό με τα μπαούλα μαζί.
Σεντόνια ,κουβέρτες ,μπαντανίες ,κουρελούδες ,σακούλια πως θα πήγαιναν στο χωράφι ; αν δεν είχαν τα σακούλια ;να βάζουν μέσα το ψωμοτύρι ,το κρασί ,και γυρίζοντας να τα φέρνουν γεμάτα χόρτα για να μαγειρέψουν το βράδυ να φάνε με λίγο χοιρινό παστό ,πεντανόστημο φαγητό αλήθεια σας λέω.
Έπρεπε να έχουν και τα φουστάνια ,τα βελέσια τις μπαλαρίνες ,τα μισοφόρια ,βρακιά τα μακριά με τα ζουνάρια τα έδεναν κάτω από το γόνατο ,τέτοια βρακιά φορούσαν τότε ,και τα φουστάνια όλα μακριά μέχρι τον άστράγαλο ,και πετσέτες ,και δαντέλες που έπλεκαν ,και όλα τα ρούχα τα έκαναν στον αργαλιό ,εμείς τον λέγαμε ,λάκο στο χωριό ,και τον έλεγαν σκλαβιά .
Για την προίκα έκαναν το προικοσύμφωνο ,δηλ. Τα έγραφαν όλα όσα συμφώνησαν και αυτό το έκαναν για να πάρουν όλα αυτά να μη ν τους κρατήσουν κάτι γιατί γινόταν και αυτά λίγες φορές .
Αφού συμφωνούσαν τότε άρχιζε το φαγοπότι και το γλέντι να μάθει το χωριό ότι έκλεισε το προξενιό
Και θα παντρευτεί σύντομα αυτό το ζευγάρι .
Η νύφη και ο γαμπρός το μάθαιναν τη άλλη μέρα . Οι γονείς πάλι κανόνιζαν πότε θα γίνουν οι αρραβώνες ,και συνέχεια ο γάμος . Τα παιδιά δεν ήξεραν από αυτά ότι έλεγε ο πατέρας γινόταν.
Η προξενήτρα ήταν παρούσα παντού μέχρι το τέλος ,που δεχόταν τις ευχαριστίες των γονιών και το δώρο της φυσικά και μάλιστα γεννεόδωρο ε τι τσάμπα έτρεχε πέρα δώθε; μια στο γαμπρό και μιά στη νύφη ;μέχρι να φτιάξει το προξενιό; Όχι βέβαια .
Όλα αυτά όμως έπρεπε να ειναι μυστικά δεν έπρεπε να μιλάει σε κάνένα μέχρι να στεργιώσει το προξενιό . Αν το έλεγε τους γλωσσότρωγαν τους μάτιαζαν και χάλαγε το προξενιό
Να σας πώ να γελάσετε τώρα .Εγινε ένα προξενιό όλα εντάξη , η νύφη ήταν σπίτι στο άλλο δωμάτιο και τα κρυφάκουγε όλα τα γεγονότα , την άλλη μέρα ίδε τον γαμπρό που ερχόταν από τα πρόβατα και ο οποίος δεν είχε ιδέα για αυτό που έγινε διότι κοιμόταν στο χωράφι με τα πρόβατα .
Η κοπέλα πολύ χαρούμενη του μιλάει ,,γειά σου Κανέλλο ,αυτό ς ντροπή να μιλάει με τα κορίτσια σκύβει το κεφάλι και λέει γειά σου και τρέχει .Η Βασείλω του φωνάζει βρέ στάσου που πάς; κάτσε να σου πώ το βράδυ μας αρραβωνιάσανε οι πατεράδες μας έλα να σε φιλήσω αυτή ήταν πολυ καλαμπουρτσού.Ο Κανέλλος της είπε ¨ ε να ζήσουμε και έφυγε τρέχοντας .
Αυτο το ζευγάρι το θυμάμαι ήταν πολύ αγαπημένο μέχρι τα γεράματα ,θεός να τους σχωρέσει.
Ετσι γίνονταν τα προξενιά ,τότε ούτε λόγος για έρωτες και τέτοια πράγματα ,πολύ σπάνια είχαν παντρευτεί γιατί αγαπήθηκαν ,και αν γινόταν ούτε που τολμούσε ο συμπέθερος να ζητήσει προίκα
Ντροπή αισθανόταν που ο γυιός του έκλεψε την κόπέλα .
Ο πατέρας της νύφης από το άλλο μέρος έλεγε ¨ δεν φθάνει που μας έκλεψε τη κόρη μας θα του δώσουμε και προίκα; Όχι τίποτα ας φάνε αγάπη ,ετσι ήταν δυστυχώς ,πολύ δύσκολα .
Ε τότε ο πατέρας της νύφης έδινε κάτι λίγα , να κάνουν μια αρχή στη ζωή τους .
Όπως σας έγραψα έραβαν τα ρούχα τους ,έκαναν τον αργαλιό ,κεντούσαν πολλ´α ρούχα όπως
Τραπεζομάντηλα ,μαξιλάρια μπλούζες ,έπλεκαν νταντέλες ,έγνεθαν τη ρόκα τα μαλλιά από τα πρόβατα και τα έκαναν κλωστή κουβάρι και μετά τα ύφαιναν στον αργαλειό.
Ακούστε τι έλεγαν για αυτές τις δουλειές .
Το κέντημα είναι γλέντιμα
Η ρόκα ειναι σεργιάνι
Μα αυτός ο έρημος αργαλειός
Είναι σκλαβιά μεγάλη !!!!!!
Ελπίζω να σας άρεσε η προξενήτρα
Γειά σε όλους σας .
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου